ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ

out1ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ

1. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

2. ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΙΝΑΙ / ΜΑΧΕΣ ΔΙΝΕΙ/ ΠΟΤΕ ΚΑΙΕΙ/ ΠΟΤΕ ΜΙΛΑΕΙ

3. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

4. ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΟΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

5. ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΟΡΑΤΟΙ ΑΠΟΚΤΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΟ

6. ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ, ΝΑ ΔΙΑΔΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ!

7. ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΩΝ – ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ – ΔΡΑΣΕΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

8. ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

9. ΔΡΑΣΕΙΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

10. ΠΟΛΥΜΟΡΦΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

+ extras

 

 

Δευτέρα πρωί και κανείς δε θέλει να μπει για μάθημα.

Δευτέρα πρωί και κανείς δε θέλει να μπει για μάθημα.

Η εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου στα Εξάρχεια ήταν αρκετή για να ταράξει και την μαθητική κανονικότητα. Κάποιοι βλέπουν το γεγονός ανθρωπιστικά, «Θα μπορούσε να ‘ναι ένας από μας», λέει. Κάποιοι άλλοι το αντιλαμβάνονται πολιτικά : «Το κράτος δολοφονεί». Όπως και να το είδε ο καθένας όμως, ο εχθρός εκείνη τη στιγμή ήταν κοινός και βρισκόταν στα Αστυνομικά Τμήματα.

Χωρίς πολλές συζητήσεις, κινούμενοι μαζικά, αυθόρμητα και ακηδεμόνευτα (πέρα από κει που έφταναν τα πλοκάμια του ΣΑΣ), κλείσαν τα σχολεία τους και βγήκαν έξω μαθαίνοντας πώς είναι να οικειοποιείσαι τους δρόμους σου, πώς είναι να εξωτερικεύεις τη συσσωρευμένη από την επιβαλλόμενη καθημερινότητα οργή σου. Είτε με ειρηνικές διαμαρτυρίες μοιράζοντας λουλουδάκια στους ένστολους δολοφόνους και θεαματικές κινήσεις ξαπλώνοντας στη ΓΑΔΑ με τα εσώρουχα, είτε επιλέγοντας πιο συγκρουσιακές πρακτικές αντιλαμβανόμενοι πια ότι. «Δεν είναι κακό να φοράς κουκούλα, δεν είναι κακό να χτυπάς τον μπάτσο» και ξεφεύγοντας από την παιδική αθωότητα που επέβαλλαν τα ΜΜΕ στις μαθητικές κινητοποιήσεις.

Εκεί κάπου είναι που κατάλαβαν ότι στη μαθητική τους ταυτότητα δεν υπάρχει χώρος για τις εξεγερσιακές τους ευαισθησίες. Η κυρίαρχη πραγματικότητα σε θέλει στην πρωινή διαδήλωση μαθητή, μα μόλις αναποδογυρίσεις το μπατσικό ή σπάσεις τη βιτρίνα δεν είσαι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από έναν νεαρό κουκουλοφόρο.

Κάποιοι μαθητές

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

athens08_gallery__600x397


«Ο άνθρωπος πρέπει να έχει ηθική, το κράτος δεν έχει καμία ηθική. Δολοφονεί, όταν το κρίνει καλό, κλέβει, όταν το κρίνει καλό, παίρνει τα παιδιά από τις μάνες, όταν το κρίνει καλό, χαλάει τους γάμους, όταν το κρίνει καλό. Κάνει ό,τι θέλει. Μόνο του διαμορφώνει κανόνες, γιατί είναι Παντοδύναμο και Παντογνώστης και Πανταχού Παρόν. Διαμορφώνει μόνο του τους κανόνες και, όταν μετά από μία ώρα δεν το βολεύουν, μόνο του πάλι τους παραβιάζει.»

B. Traven, Το πλοίο των νεκρών

Αστυνόμος-Μπασκίνας-Χωροφύλακας-Μπάτσος-Αστυνομικός-Όργανο της τάξης-Στο πλευρό του πολίτη-Αστυνομικός γειτονιάς-Εγγυητής της τάξης-της ασφάλειας-του πολιτεύματος-Έμπορος ναρκωτικών-Προαγωγός-Προστάτης-Εκβιαστής-Δολοφόνος-ΜΠΑΤΣΟΣ-ΓΟΥΡΟΥΝΙ-ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ.

Μία απλή παρεξήγηση. Επρόκειτο για μία απλή παρεξήγηση. Μία κοινωνία κλεισμένη στο living room, καθισμένη μπροστά στο γυαλί της τηλεόρασης, νόμιζε ότι οι τράπεζες φυλάνε τα λεφτά της, ότι οι έμποροι αυτοκινήτων της προσφέρουν ελευθερία κίνησης, ότι οι εταιρείες κινητών της δίνουν χρόνο ομιλίας και ότι η αστυνομία της εξασφαλίζει ήσυχο ύπνο. Ήρθαν τρία ΜΠΑΜ να σπάσουν το γυαλί της τηλεόρασης, να ταράξουν τον ύπνο, να δώσουν νέο περιεχόμενο στην ελευθερία κίνησης και το χρόνο ομιλίας. Να σημάνουν τον εναρκτήριο πυροβολισμό για τη γιορτή της εξέγερσης.

Μαγικό δεν ήταν το όπλο του μπάτσου που βρήκε στο ψαχνό: δεν ήταν παρά ένα απλό σιδερικό. Μαγικό είναι αυτό που συμβαίνει. Μιλώντας για την αντίσταση στο Βιετνάμ, ο Σαρτρ έγραψε κάποτε ότι αυτή διεύρυνε το πεδίο του Εφικτού. Έτσι και η εξέγερση αυτή φτάνει το κράτος στα όρια του, διευρύνοντας μέρα με τη μέρα τις δυνατότητες των εξεγερμένων. Δεν χρειάζεται να τελειώσουν τα δακρυγόνα, δεν χρειάζεται να κατέβει ο στρατός στους δρόμους, δεν χρειάζεται να πεθάνουν οι μπάτσοι από την πεζοπορία. Οι εξεγερμένοι έχουν νικήσει ηθικά. Γιατί έχουν ηθική. Το κράτος δεν έχει ηθική. Το κράτος έχει τα χαρακτηριστικά ενός μπάτσου. Ενός γουρουνιού. Ενός δολοφόνου.

Μπάτσοι σημαδεύουν. Μπάτσοι πυροβολούν. Πετάνε πέτρες, δακρυγόνα, κρότου-λάμψης, διασποράς, ασφυξιογόνα, πλαστικές σφαίρες. Φοράνε κουκούλες και συλλαμβάνουν διαδηλωτές. Ανοίγουν κεφάλια, κλωτσάνε καθισμένους. ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ. Δικαστές προφυλακίζουν, καταδικάζουν μετανάστες σε 18 μήνες φυλάκιση για κλοπή ενός κινητού, θέτουν τους ανηλίκους σε επιμέλεια. Ρίχνουν στα μαλακά τους μπάτσους που πυροβολούν, κλωτσάνε, ανοίγουν κεφάλια. Αυτή είναι η ηθική τους.

Το κράτος είναι ένας αντικοινωνικός και εκδικητικός μηχανισμός. Δεν ξεχνάει όσους/ες το πετροβόλησαν και το έκαψαν. Αναζητά τη στιγμή να δείξει τα δόντια του σε όσους/ες μπλόκαραν τη λειτουργία του, κατέλαβαν τα κτήριά του. Σε όσους/ες το αμφισβήτησαν και το έβρισαν. Αλλά δυστυχώς τώρα βλέπει ότι δεν είναι παντοδύναμο, ούτε παντογνώστης, ούτε πανταχού παρόν. Πανταχού παρόντες είναι οι εξεγερμένοι, έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τον κόσμο. Και αυτό γιατί το κράτος έχασε την ψευδαίσθηση της ηθικής ανωτερότητας που πλάσαρε στην κοινωνία.

Ο κόσμος πια δεν χαίρεται όταν συλλαμβάνεται ένας διαδηλωτής, αλλά ουρλιάζει. Κάθε καταδίκη, κάθε φυλάκιση, κάθε ξυλοδαρμός βιώνεται από την κοινωνία ως άλλος ένας πυροβολισμός στο σώμα της. Και απαντάει. Για κάθε καταδίκη, μία κατάληψη. Για κάθε φυλάκιση, μια επίθεση σε αστυνομικό τμήμα. Οι θεσμοί της μεσολάβησης σε κώμα. Αυτοοργάνωση-αντίσταση-αλληλεγγύη. Πορείες-συγκρούσεις-καταλήψεις. Το κράτος νιώθει πολιορκημένο στη γωνία. Έχει προνοήσει και γι’ αυτό – Άρθρο 48 συντάγματος (Κατάσταση Πολιορκίας): “Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Βουλή με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή σε ολόκληρη την Επικρατεία ή σε τμήμα της, τον νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 4,6,8,9,11,12 παράγραφοι 1 έως και 4,14,19,22 παράγραφος 3,23,96 παράγραφος 4 και 97”.

Η λέξη πολιορκία προέρχεται από τη λέξη πόλις και το έρκος=φραγμός στα αρχαία ελληνικά. Πολιορκώ σημαίνει περισφίγγω, περικλείω, περιβάλλω, κυκλώνω, τυλίγω, γυρνοβολάω, ζορίζω, πιέζω. Από το προηγούμενο Σάββατο σημαίνει και πυρπολώ, σπάω, καταλαμβάνω, ακυρώνω, συγκρούομαι μπλοκάρω, διαδηλώνω, συζητώ, αμφισβητώ, συντροφεύω. Οι πόλεις μας ανήκουν. Ας τις πολιορκήσουμε. Εμείς, οι 10 κουκουλοφόροι.

εξέγερση είναι/ μάχες δίνει/ πότε καίει/ πότε μιλάει

GREECE- VIOLENCEΔύσκολο και άχαρο το έργο της αποτίμηση των πτυχών ενός κοινωνικού αγώνα όταν αυτός βρίσκεται σε εξέλιξη και ακόμη δυσκολότερο, όταν αυτός ο αγώνας έχει τα χαρακτηριστικά μιας γενικευμένης εξέγερσης. Ποιος να αποτολμήσει μια συνολική καταμέτρηση των καταιγιστικών γεγονότων ή, ακόμη δυσκολότερα, ποιος να διακρίνει αυτές τις πολύμορφες και προερχόμενες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα δράσεις σε «σημαντικές» και «μη σημαντικές», σε «κινηματικές» και «προβοκατόρικες», σε «προωθητικές του επαναστατικού προτάγματος» και «αντιδραστικές»…

Εύλογος ο προβληματισμός. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όσο εμείς θα μοιραζόμαστε αυτόν τον προβληματισμό, χιλιάδες άλλοι καλοθελητές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, μπάτσοι, παπάδες, νοικοκυραίοι, κάνουν τη δική τους αποτίμηση και προσπαθούν να γράψουν τις τελευταίες λέξεις για αυτήν την εξέγερση, σμιλεύοντας την ταφόπλακά της, σίγουρα πολύ πριν την ώρα της.

Ας δούμε λοιπόν προσεκτικά τι συμβαίνει γύρω μας…

Την ώρα που κατεβαίνουν στο δρόμο οι μαθητές, οι φοιτητές, οι αναρχικοί, οι εργαζόμενοι, οι μετανάστες, οι χουλιγκάνοι, οι συνειδητοί επαναστάτες, οι λούμπεν προλετάριοι, όλοι αυτοί και όλες αυτές με τις ξεχωριστές τους ιδιότητες, χωρίς καθόλου ιδιότητες ή με όλες τις ιδιότητες μαζί, την ώρα λοιπόν που όλοι αυτοί εξεγείρονται, ένας επικοινωνιακός πόλεμος μαίνεται. Ένας πόλεμος που αφορά τους πάντες, ακόμη και τα πιο συντηρητικά κομμάτια αυτής της κοινωνίας. Πρόκειται για έναν στοιχειώδη κανόνα του δημοκρατικού παιχνιδιού, έναν κανόνα που η εξουσία συνήθως επιλέγει να τηρήσει. Το σχήμα είναι σχετικά απλό: Για να λειτουργήσει με επιτυχία η καταστολή, απαιτείται πέρα από την τυπική νομιμότητα και ένα υπόστρωμα πολιτικής νομιμοποίησης. Γι αυτό λοιπόν, την ώρα που κάποιοι και κάποιες από τους εξεγερμένους, εισπράττουν την εκδίκηση της εξουσίας και οδηγούνται με συνοπτικές δικαστικές ενέργειες στη φυλακή, οι ιδιωτικοί και δημόσιοι μηχανισμοί χειραγώγησης (ΜΜΕ, κόμματα, φορείς, κλπ) σπεύδουν να προσφέρουν την απαραίτητη ιδεολογική κάλυψη αναλαμβάνοντας το πολύτιμο έργο του αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τον πυρήνα της εξέγερσης και της προβολής των υποτιθέμενων ολέθριων κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της εξέγερσης, συνεπειών που υποτίθεται ότι θα επιβαρύνουν κυρίως τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

Την ίδια στιγμή, και στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση αυτού του βρώμικου ιδεολογικού πολέμου, διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι ιστορικές μορφές της Αριστεράς, μας απαγορεύουν εμάς τους κουκουλοφόρους να λεγόμαστε «κίνημα» και να συνδεόμαστε με τους ηρωικούς αγώνες του παρελθόντος. Ότι ήρθε ο καιρός να τραβήξει η κοινωνία τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ειρηνικές και τις βίαιες διαδηλώσεις, και ότι όσοι δεν καταλάβατε πρέπει να χειροκροτάτε τους μαθητές και να απομονώνετε τους βανδάλους… (και στην ίδια εφημερίδα, μόλις γυρνάμε σελίδα οδηγούμεθα στην παράνοια, διότι διαβάζουμε ότι, σύμφωνα με μια άλλη άποψη, αυτή η ίδια Αριστερά, εμάς τους κουκουλοφόρους μας υποθάλπει, και μας χαϊδεύει τα αυτιά – και είναι βέβαια απορίας άξιον πώς το κάνει αυτό, αφού τα αυτιά είναι κάτω απ’ την κουκούλα).

Πριν προχωρήσουμε στον εντοπισμό κάποιων χονδροειδών σημείων του επικοινωνιακού πολέμου γύρω από τις καταστροφές, ας κάνουμε ένα πράγμα ξεκάθαρο: Δεν θεωρούμε ότι έχουμε καμία υποχρέωση να απολογηθούμε απέναντι σε κανέναν για τις συνέπειες μιας κοινωνικής εξέγερσης, ακόμη κι αν αυτή θέλει να καταστρέψει εντελώς έναν ολόκληρο κόσμο, χτισμένο πάνω στην εκμετάλλευση. Ούτε και σκοπεύουμε να μπούμε σε οποιαδήποτε συμψηφιστική λογική, σε οποιαδήποτε «ζύγιση» των καταστροφών με αντίβαρο τις κρατικές δολοφονίες. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΕ που να συμψηφίζεται με τη ζωή που αφαιρέθηκε και αυτό δεν είναι μια γενικόλογη διατύπωση ενός αφηρημένου συναισθηματικού ουμανισμού αλλά μια ξεκάθαρη πολιτική θέση απέναντι στην εξουσία: Ο 15χρονος μαθητής δεν σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα. Ο θάνατός του είναι η απόλυτη και ολοκληρωτική προβολή της κρατικής βίας στο πεδίο της πραγματικής ζωής. Ακόμη κι αν δεχόμασταν – κάνοντας βέβαια μία τρομακτική αφαίρεση – ότι αυτός ήταν ο μόνος λόγος της εξέγερσης, ακόμη και ως τέτοιος θα άξιζε να «ζυγιστεί» με την ολοσχερή καταστροφή αυτού του σάπιου και δολοφονικού συστήματος.

Ωστόσο, τέτοια ολοσχερής καταστροφή, η οποία μάλιστα θα επιφέρει ολέθριες συνέπειες και θα εξοντώσει τους φτωχούς και αδυνάτους, δεν υπήρξε ποτέ… και ας ουρλιάζουν όσο θέλουν τα ΜΜΕ περί του αντιθέτου…

Δύο είναι τα βασικά επικοινωνιακά αναχώματα που χρησιμοποιήθηκαν τις τελευταίες ημέρες σε σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των καταστροφών και στα οποία ταμπουρώθηκαν οι αλήτες εντολοδόχοι της εξουσίας. Οι χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας των απλών πολιτών και οι τεράστιες καταστροφές της περιουσίας των μικροϊδιοκτητών.

Το πρώτο ανάχωμα αποτελεί μία σχετικά καινούρια συνταγή. Μια συνταγή που συμβαδίζει θαυμάσια με την οικονομική κρίση και έρχεται να ρίξει «ολίγη από ταξικότητα» στην αντιδραστική σούπα, λύνοντας ταυτόχρονα τα χέρια των μικρών και μεγάλων καπιταλιστών στους αντεργατικούς χειρισμούς τους. Πρόκειται για μια απλούστατη προσπάθεια μετακύλισης των συνεπειών της οικονομικής κρίσης από τα αφεντικά στους εργαζόμενους, με ταυτόχρονη χρήση του εσωτερικού εχθρού και των εξωγενών παραγόντων (ΚΚΕ και ΛΑΟΣ έβαλαν μέχρι και τους αμερικάνους στο κόλπο). Και έτσι φτάσαμε ο δημόσιος διάλογος (ο ούτως ή άλλως φρικτά μεσολαβημένος) να μετατίθεται από το ζήτημα της κατάφορης και πασίδηλης κοινωνικής αδικίας στη συζήτηση για τις περίφημες 2.500 θέσεις εργασίας των λίαν προσεχώς αναξιοπαθούντων ανέργων…

Αλλά ακόμη κι αυτές οι 2.500 θέσεις εργασίας είναι άγνωστο γιατί θεωρήθηκε ότι «χάθηκαν». Μια έντιμη διατύπωση για έναν σοβαρό αστό δημοσιογράφο (…) θα μπορούσε να είναι ότι 2.500 εργαζόμενοι (αν ήταν τόσοι), δεν μπόρεσαν την επόμενη μέρα να πάνε στις δουλειές τους. Μάλιστα. Ενδεχομένως και για δύο ή και για δέκα μέρες, όσες τέλος πάντων χρειάστηκαν για να επισκευαστεί το καθημερινό τους κάτεργο. Αν όμως αυτές οι χαμένες ημέρες έμειναν απλήρωτες από τα αφεντικά, αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί στους εξεγερμένους, όπως δεν θα μπορούσε ένας ασθματικός στα Εξάρχεια να κατηγορήσει τους διαδηλωτές ότι προκαλούν με τις πράξεις τους την αλόγιστη χρήση χημικών από την Αστυνομία… (βέβαια το αναμένουμε ΚΑΙ αυτό). Το γεγονός επίσης ότι διάφορα λαμόγια του εμπορίου, παρ’ όλες τις αποζημιώσεις που ήδη άρχισαν να δίνονται από το κράτος και παρ’ όλες τις αποζημιώσεις που θα πάρουν από τις ασφαλιστικές εταιρίες, θα βρουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους εργαζόμενούς τους χωρίς να πληρώσουν ούτε ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, σίγουρα δεν έχει σχέση με καμία εξέγερση και με καμία καταστροφή… (σ.σ. Άσε που είτε το θέλουμε όχι, μετά τις καταστροφές ο καπιταλισμός μπαίνει σε κίνηση και βρίσκει τις ισορροπίες του: Η Ναυτεμπορική υπολογίζει ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες θα πληρώσουν σε αποζημιώσεις περισσότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ. Ως εκ θαύματος το Εμπορικό Επιμελητήριο αρχικά υπολόγιζε στο ίδιο ύψος της ζημιές…)

Το δεύτερο ανάχωμα του επικοινωνιακού πολέμου, αυτό της κατεστραμμένης μικροϊδιοκτησίας του αναξιοπαθούντος βιοπαλαιστή, είναι μια παλιά δοκιμασμένη συνταγή για τη δημιουργία αρνητικού κλίματος ενάντια στους κοινωνικούς αγώνες. Και δεν είναι τυχαίο ότι και αυτό εμπεριέχει πάντοτε μια ελαφρά μυρωδιά ταξικού επιχειρήματος. Αν λοιπόν προσπαθήσουμε να αντιπαρατεθούμε σ’ αυτό το ανάχωμα, πέρα από την επιστράτευση κάποιου τσιτάτου γενικής απαξίωσης της ιδιοκτησίας (τηρώντας την αναλογία από τον Προυντόν, θα λέγαμε π.χ. ότι «η μικροϊδιοκτησία είναι μικροκλοπή») οφείλουμε να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός ούτε για το «μικρομάγαζο» στη Βουκουρεστίου ούτε για το μικρό πλην τίμιο αφεντικό της Πατησίων. Και τέλος πάντων ναι, έγιναν ΠΟΛΛΕΣ καταστροφές, και μάλλον κάποιες από αυτές θα έγιναν και σε μικρομάγαζα (Είπαμε: ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ). Ωστόσο, στα γεγονότα αυτού του Δεκεμβρίου υπήρξαν δύο σαφέστατα δεδομένα που αλλοίωσαν σε τραγικό βαθμό την πραγματική εικόνα των καταστροφών: α) Ότι διάφοροι εμπορικοί κολοσσοί «υποβιβάστηκαν» σε μικρομάγαζα, όπως για παράδειγμα οι αλυσίδες των Fast Food (σκατά φαί – σκατά ζωή) οι οποίες βαφτίστηκαν χαριτωμένα «καταστήματα εστίασης» και β) Ότι στον απολογισμό των ζημιών, καταγράφηκαν στον ίδιο κατάλογο οι πολυεθνικές που κάηκαν ολοσχερώς με διάφορα μαγαζιά που είχαν ένα – δύο σπασμένα τζάμια, με αποτέλεσμα να προκύψει αυτή η περίφημη λίστα που έκανε το γύρο των καναλιών και μιλούσε για 400 και πλέον κατεστραμμένα μικροκαταστήματα…

Αφήνοντας ωστόσο τη λάσπη, και γυρίζοντας στα δικά μας αναχώματα, μετράμε τα «κέρδη» αυτού του αγώνα που ακόμα συνεχίζεται: συνεύρεση, αλληλεγγύη, αυτοθέσμιση, πολύμορφη δράση. Κοιτώντας όμως κι εκεί απέναντι, εκεί που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μόνο τα αναχώματα του εχθρού, μέσα από όλη αυτή τη σαπίλα, ίσως δούμε κάτι να αχνοφέγγει. Αν γίνουμε λίγο πιο παρατηρητικοί, ίσως μπορέσουμε να δούμε ότι όλη αυτή η φιλολογία για τις καταστροφές της μικροϊδιοκτησίας, φαίνεται να αφήνει πίσω της ένα αμυδρό, αλλά σαφές υπονοούμενο. Αυτή η διαρκής αναφορά στην περιουσία του κακομοίρη του βιοπαλαιστή και η σχετική σιωπή για τις καταστροφές στις τράπεζες και τις πολυεθνικές, ίσως υποδηλώνει μία γενικευμένη δυσαρέσκεια νέου τύπου. Ίσως υποδηλώνει μια υφέρπουσα απαξίωση ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ της μεγάλη ιδιοκτησίας, η οποία φαίνεται να θεωρείται, για το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Ποιος ξέρει… Ίσως αυτή να είναι η αρχή για την απαξίωση της ιδιοκτησίας στο σύνολό της. Ενδεχομένως αυτή η απλή, γενικόλογη ίσως και λαϊκιστική απαξίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας, να καταγραφεί στο μέλλον ως ένα από τα μεγάλα «κινηματικά κέρδη» αυτής της εξέγερσης. Όπως με τον ίδιο τρόπο, ενδέχεται να καταγραφεί, ως ένα ακόμη τέτοιο «κέρδος» αυτής της εξέγερσης, η απλή και αυθόρμητη πλέον αποτύπωση στον καθημερινό λόγο των ανθρώπων, αυτού του παλιού συνθήματος που όλους μας ενώνει, του «ΜΠΑΤΣΟΙ, ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΔΟ-ΛΟ-ΦΟΝΟΙ».

Όλα είναι μία παρεξήγηση…..

captcpsolj01081208234237photo02photodefault-512x351

Τις πρώτες δύο μέρες, οι εισαγγελείς και τα αστυνομικά τμήματα είχαν πάρει σαφείς εντολές. Η γραμμή από τον Άρειο Πάγο: αφήστε όσους πιάνετε και ορίζετε τακτικές δικάσιμους, μην προφυλακίζετε κανέναν. Υπήρχε ο πραγματικός κίνδυνος το οργισμένο πλήθος να αρχίσει να επιτίθεται, εκτός από τα αστυνομικά τμήματα, και στα δικαστήρια σε όλη την ελληνική επικράτεια. Θα άνοιγε άλλο ένα μεγάλο μέτωπο και ποιος ξέρει αν οι κρατούμενοι άρχιζαν και αυτοί το νταβαντούρι μέσα στις φυλακές.

Τις επόμενες μέρες η τακτική άλλαξε, το κόλπο πέτυχε. Συλλήψεις μεταναστών και μαθητών φάνηκε ότι δεν έτυχαν της ανάλογης αλληλεγγύης και ήταν φυσικό, αφού κανείς δεν ήξερε τι γινόταν με τον αριθμό των συλληφθέντων, τους δικηγόρους και τις κατηγορίες.

Χτυπήστε τον πιο αδύναμο κρίκο, αυτούς που δε θα αναζητήσει κανείς. Ξύλο και αρκετές συλλήψεις. Τρομοκράτηση των διάφορων κομματιών που εξεγείρονται και τεμαχισμός των εξεγερμένων σε κατηγορίες (μετανάστες πλιατσικολόγοι, βίαιοι κουκουλοφόροι, χούλιγκανς, ειρηνικοί διαδηλωτές, μαθητές, φοιτητές). Οι οδηγίες ήταν σαφείς, δε χρειαζόταν στοιχεία. Μόνες αποδείξεις οι καταθέσεις των ίδιων των μπάτσων που έκαναν τις συλλήψεις. Στους μετανάστες έγιναν επιχειρήσεις σκούπα και όσοι βρέθηκαν με καινούριο κινητό συνελήφθησαν. Μέσα στο γενικό χαμό δεν υπήρχαν χαρτιά να αποδείξουν ότι το τάδε κινητό απαλλοτριώθηκε από το δείνα μαγαζί. Πάνω από τους ανήλικους εξεγερμένους έπεσε η ελληνική οικογένεια να κουκουλώσει το γεγονός και έτσι δεν υπήρξε σαφής εικόνα.

Το στρατηγικό πρόβλημα, λοιπόν, του γενικού επιτελείου του κοινωνικού ελέγχου είναι τριπλό: 1. να χωριστούν τα «περιθωριακά» στρώματα από τους πολιτικοποιημένους 2. να χωριστούν οι βίαιοι από τους ειρηνικούς διαδηλωτές, 3. καθώς και από τους μαθητές και φοιτητές

Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τον πρώτο αντικειμενικό στόχο είναι πολλαπλές και αρκετά γνωστές. Κάτω από το φως του δεύτερου γίνεται ξεκάθαρο γιατί η εξουσία συγκεντρώνει τα ιδεολογικά πυρά της στο χώρο των αντιεξουσιαστών, κύριο όρμο της ζωντανής σύνδεσης μεταξύ πολιτικής βίας και κοινωνικού κινήματος των εξεγερμένων.

Πρώτο βήμα: άμεσες φυλακίσεις και απελάσεις μεταναστών, τρομοκράτηση παιδιών. Έπρεπε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος, να γίνουν συνδέσεις ανάμεσα στους εξεγερμένους. Έπρεπε να χτυπηθεί ο εσωτερικός εχθρός με κάθε μέσο και με κάθε κόστος. Έτσι επιστρατεύθηκαν όλα τα μέσα καταστολής. Εκτός από μπάτσους και δικαστές, ο κρατικός μηχανισμός επιστράτευσε σε ορισμένες περιοχές χρυσαυγίτες και μπράβους όπως σε Ξάνθη, Κομοτηνή, Αθήνα , Πάτρα.

Στην Αθήνα,στην Πάτρα και σε άλλες πόλεις, μπάτσοι, παρακρατικοί και φασίστες εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να οργανώσουν πογκρόμ εναντίον μεταναστών. Σύμφωνα με μαρτυρία του Ελία Αχμέντ, εκπροσώπου της ένωσης εργατών από το Μπαγκλαντές:¨Τις τελευταίες μέρες φασίστες επιτίθενται σε περιοχές-στέκια μεταναστών. Οι περισσότεροι μετανάστες γυρνούν αργά το βράδυ στο σπίτι, επειδή δουλεύουν σε εστιατόρια ή επειδή κάνουν άλλες απογευματινές δουλειές, και όπου οι φασίστες τους συναντούν, τους χτυπούν και τους τρομοκρατούν.

Στην Κομοτηνή “αγανακτισμένοι πολίτες” επιστρατεύθηκαν για να τρομοκρατήσουν φοιτητές, εργαζόμενους και μαθητές που ήθελαν να διαδηλώσουν. Μάλιστα τους επιτέθηκαν με πέτρες και ρόπαλα κλείνοντάς τους μέσα στο πανεπιστήμιο της πόλης.

Δεύτερο βήμα: όπως σε καιρό πολέμου, έτσι και αυτή τη βδομάδα εξέγερσης τα μίντια πήραν σαφείς οδηγίες και έπαιξαν καλύτερα από ποτέ τον καθεστωτικό τους ρόλο. Ο πρόεδρος του ΕΡΣ το είπε ξεκάθαρα:¨να μην αναφέρεται η λέξη εξέγερση μαζί με τις διαδηλώσεις των μαθητών, ώστε να μη νιώσουν οι μαθητές-ήρωες¨ Έπρεπε να επικρατήσει η ιδεολογία του φόβου, η τρομοκράτηση όσων βγήκαν στους δρόμους και επιτέθηκαν στην εξουσία, όποιοι και αν ήταν αυτοί. Επίσης ο υπουργός παιδείας σε εμπιστευτική εγκύκλιο προς όλα τα γυμνάσια και λύκεια της χώρας προτρέπει τους διευθυντές των σχολείων να πάνε τους μαθητές εκδρομές και τα μαθήματα να γίνονται σε χαλαρό τόνο ώστε να εκτονωθεί η κατάσταση.

Όμως ούτε αυτό ήταν αρκετό. Η εξαγγελία του πρωθυπουργού ήταν ξεκάθαρη. Η εθνική ενότητα. πάνω από όλα. Και η εβδομάδα που πέρασε ήταν εμφυλιακή – τα νέα Δεκεμβριανά, είπαν πολλοί. Επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα σε όλη την επικράτεια, στην Αθήνα μπουρλοτιάστηκαν υπουργεία, στη Θεσσαλονίκη το δημαρχείο και το υπουργείο, στα Χανιά η νομαρχία, εικόνες πολέμου. Και το εξεγερμένο πλήθος στους δρόμους να συγκρούεται με τους μπάτσους …Ποιος φοβήθηκε πιο πολύ, λοιπόν; Εμείς για τις συλλήψεις, το ξύλο, τις πλαστικές σφαίρες και τα δακρυγόνα ή ο κρατικός μηχανισμός και το κεφάλαιο που έδειξε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του;

Λευτεριά σε όλους – η Αλληλεγγύη είναι το όπλο μας

Καλωσήρθατε στην όαση του πραγματικού


ceb8ceb5cf831

Εδώ και αρκετές μέρες βρισκόμαστε στους δρόμους μαζί με χιλιάδες άλλους. Xιλιάδες άλλους που με μια πρώτη ματιά δεν γνωριζόμασταν από πριν. Δεν έτυχε να συναντηθούμε παρά μόνο σχετικά πρόσφατα, στις φλόγες των οδοφραγμάτων, στην αλληλεγγύη των διαδηλώσεων, στις συνελεύσεις των κατειλημμένων χώρων. Ίσως γι’ αυτό και τα μήντια να παρασύρονται και να μας αποκαλούν γνωστούς αγνώστους. Στην πραγματικότητα είμαστε και από τα δύο. Άγνωστοι μεταξύ μας, καθώς βιώνουμε εδώ και χρόνια την προσπάθεια μεθοδικής καταστροφής κάθε τι ζωντανού, το ποδοπάτημα κάθε ελπίδας, τη διάψευση των προσδοκιών. Μέσα σε αυτή την έρημο ζούμε με πολλούς άλλους, αλλά ζούμε χώρια. Απομονωμένοι, διασκορπισμένοι με ένα αίσθημα αδυναμίας να μας κατακλύζει. Από το αφεντικό που μας πληρώνει 700 € και όποτε θέλει μας διώχνει, στον απίστευτο κόπο και δυσκολία που απαιτείται για να εξασφαλίσουμε τα στοιχειώδη, μέχρι τη μαζική τηλεοπτική βλακεία μιας ευτυχίας που την κοιτάζουμε από την κλειδαρότρυπα της ενυπόθηκης LCD οθόνης των γονιών μας. Όλες αυτές οι καταστάσεις αποτελούν τμήματα, θραύσματα της κοινής μας ζωής. Άγνωστοι λοιπόν σε μια κοινή έρημο, που ο καθένας λίγο η πολύ προσπαθεί να τη χαζοβολέψει. Ο καθένας μας ένα εγώ ανάμεσα σε πολλά άλλα τέτοια εγώ. Μέχρι και τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη γι’ αυτή την κοινωνία ήμασταν αθέατοι. Λες και όλα αυτά που ζούσαμε δεν χωρούσαν πουθενά. Ούτε στις τηλεοράσεις, ούτε στις διακηρύξεις της αριστεράς για συντεταγμένο αγώνα, ούτε πουθενά.

Τις μέρες αυτές η συσσωρευμένη οργή ξεχείλισε τους δρόμους και μετά από σχεδόν μια εικοσαετία διαδοχικών ηττών και οπισθοχωρήσεων, επιτέλους η πλάτη μας ξεκόλλησε από τον τοίχο. Παρά τους τόνους δακρυγόνων που εκτοξεύθηκαν από τις δυνάμεις καταστολής, μπορούμε και αναπνέουμε πια ελεύθερα. Και αυτά δεν αφορούν μόνο τον κόσμο που κατέβηκε στους δρόμους. Αφορούν και όλους αυτούς που δεν μπόρεσαν να βρεθούν μαζί μας, αλλά καταλαβαίνουν ότι το δίκιο είναι με το μέρος μας και μειδιούν με νόημα μαθαίνοντας τα γεγονότα. Αυτές οι ανάσες είναι πολύτιμες για όλους μας, τις χρειαζόμαστε γιατί ήρθε πλέον η σειρά μας να αρχίσουμε να σπρώχνουμε.

Μα ποιοι τελικά είναι υπεύθυνοι για την εξέγερση; Είναι οι εξοργισμένοι μαθητές ή οι μετανάστες δεύτερης γενιάς; Το δυναμικό φοιτητικό κίνημα ή η γενιά των επτακοσίων ευρώ; Το λούμπεν προλεταριάτο ή ο αντιεξουσιαστικός χώρος; Σύντροφοι και εχθροί προσπαθούν εναγωνίως να ορίσουν το υποκείμενο της εξέγερσης, να βρουν τις αντικειμενικές συνθήκες που γέννησαν αυτό το ξέσπασμα, να δώσουν πρόσωπο στο ανώνυμο πλήθος που κατακλύζει τους δρόμους. Ματαιοπονείτε. Η απάντηση είναι απλή: την εξέγερση την κάνουν οι εξεγερμένοι. Και αυτή η διαπίστωση δεν είναι τερατώδης ταυτολογία, είναι ουσία. Οι διαδρομές που κατεβάζουν τον καθένα στο δρόμο είναι πολλές και δαιδαλώδεις, κάθε εξεγερμένος και μια αιτία. Τη στιγμή όμως που τα υποκείμενα συναντιούνται και πράττουν από κοινού, κάτι καινούργιο γεννιέται και αυτό το καινούργιο έχει όνομα. Λέγεται ιστορική πράξη, συλλογική δημιουργία, λέγεται έφοδος. Προσοχή: όλες οι αιτίες είναι πάντοτε παρούσες, μετουσιωμένες όμως πλέον σε μια πράξη αντίστασης. Φυσικά στην εξέγερση συμμετέχουν μαθητές, μετανάστες, φοιτητές, επισφαλείς εργαζόμενοι, πολιτικοποιημένα κομμάτια όπως και πολλοί άλλοι. Η ουσία όμως δε βρίσκεται στο τι είναι όλοι αυτοί, αλλά στο τι γίνονται. Μέσα από την απόφαση να βγουν στο δρόμο, μέσα από τη συνάντηση και την επικοινωνία, την αλληλεγγύη και τη συντροφικότητα, την οργή και την εναντίωση, οι διαδηλωτές γίνονται κύριοι των ζωών τους. Τα μπλοκαρισμένα κέντρα των πόλεων είναι το πεδίο όπου όλες αυτές οι διαφορετικές ταυτότητες συντήκονται, όπου όλοι οι διαχωρισμοί καταρρέουν. Έστω και σημειακά, έστω και για λίγο, έστω και για να ορθωθούν ξανά ανάμεσά μας σε λίγες μέρες. Δεν έχει τόση σημασία αν αυτοί που κλείνουν τους δρόμους, φωνάζουν συνθήματα, μοιράζουν προκηρύξεις, γράφουν στους τοίχους, πετούν πέτρες, καίνε τράπεζες, είναι φοιτητές ή άνεργοι. Τη μέγιστη σημασία έχει το ότι όλα αυτά τα κάνουν, και τα κάνουν μαζί, και αυτό είναι μια νίκη που καμία καταστολή και καμία επιστροφή στην ομαλότητα δεν μπορεί να μας στερήσει. Γιατί τι σημαίνει «μαθητής», «ανασφάλιστος», «μετανάστης», «φοιτητής» στο καπιταλιστικό σύμπαν που καλούμε κόσμο; Δεν είναι απλά διαφορετικά ονόματα για την καταπίεση που όλοι βιώνουμε; Και τι άλλο σημαίνει «εξέγερση» παρά «παίρνουμε τις ζωές μας στα χέρια μας»;

Οι μέρες του Δεκέμβρη δεν ανήκουν σε κανέναν και συγχρόνως ανήκουν σε όλους. Δεν μπορεί να τις οικειοποιηθεί καμία πολιτική παράταξη, κανένας κομματικός μηχανισμός, καμία επαναστατική πρωτοπορία.. Ούτε καν ο αντιεξουσιαστικός χώρος. Οι αναρχικοί βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στο δρόμο κουβαλώντας μαζί τους την οργή και τη συνείδηση, την αποφασιστικότητα και τη γνώση, τις πρακτικές και τα προτάγματά τους. Η πραγματικότητα όμως μας ξεπέρασε και αυτό καλώς συνέβη. Δεν είναι τώρα η στιγμή να μεγαλώσει ο καθένας το μαγαζί του, το βασικό είναι να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και να συμπράξουμε, να χτίσουμε γέφυρες. Αυτό που ξεδιπλώνεται στις πόλεις της ελληνικής επικράτειας είναι μια κοινωνική εξέγερση και από αυτή έχουμε μόνο να διδαχθούμε. Να αντιληφθούμε τα περιεχόμενα, να μάθουμε για τις νέες μορφές οργάνωσης, να εμπνευστούμε από τις δράσεις.

Αυτό που βγαίνει στο προσκήνιο με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο είναι ο ίδιος ο κοινωνικός ανταγωνισμός. Κάθε κοινωνική σύγκρουση αυτής της έκτασης και έντασης είναι εμφυλιοπολεμική. Φέρνει αντιμέτωπα κομμάτια της κοινωνίας με διαφορετικά συμφέροντα, σχέσεις και ιδέες. Αυτή η τραυματική διάσταση της πραγματικότητας φοβίζει, πρέπει να μασκαρευτεί, να γίνει διαχειρίσιμη. Η εξουσία εφευρίσκει τις διαιρέσεις που τη συμφέρουν: καλοί μαθητές – κακοί κουκουλοφόροι, πολίτες σε αυτοάμυνα – διαδηλωτές σε καταστροφικό αμόκ, πραγματικοί ταξικοί αγώνες – υποκινούμενοι προβοκάτορες. Δεν πείθει. Αναγκάζεται να ρίξει όλα τα χαρτιά της: Επίκληση της εθνικής ενότητας – απομόνωση των εχθρών της δημοκρατίας. Τώρα μάλιστα, έχουμε θέμα. Το ρήγμα υπάρχει και τα θραύσματα του απειλούν την εικόνα της κυριαρχίας. Η δημοκρατία ως κυβερνητική διαχείριση πειθαρχικών εντολών, ως θέατρο σκιών κενό συμβολικής παραγωγής, κοιτάζει το χάος της πραγματικότητας και αυτό της ανταποδίδει το βλέμμα. Χάρτινο τσίρκο το έθνος τους και η δημοκρατία τους κενή νοήματος. Ναι, είμαστε οι εχθροί της δημοκρατίας, οι προδότες του έθνους. Η κοινωνία δεν είναι ενιαία, είναι το πεδίο μιας συνεχούς σύγκρουσης, άλλοτε υπόγειας και άλλοτε όπως τώρα ορατής. Το κράτος δεν είναι μόνο του, είναι μαζί του όσοι αναγνωρίζουν την ιδιοκτησία ως το μόνο που αξίζει να προστατευθεί. Κάθε φορά που οι κοινωνίες αποφασίζουν να μπουν στον επιταχυντή της ιστορίας υπάρχουν και αυτοί που προσπαθούν να γαντζωθούν από την εξουσία τους, υπερασπιζόμενοι την ενότητα και συνέχεια του έθνους, το κράτος και την ομαλότητα. Δηλωσίες από το δρόμο ως το κοινοβούλιο. Αυτές τις μέρες τα απολιθώματα της αριστεράς φοβήθηκαν, γιατί ένιωσαν πραγματικά μόνοι, ξεπερασμένοι, γραφικοί. Ο Άνθιμος να συμπορεύεται με την Παπαρήγα αποδίδοντας σε «ξένες» δυνάμεις την εξέγερση. Η ΚΝΕ κλειδώνει τις σχόλες για να αποτραπεί η γενίκευση της εξέγερσης. Ο εθνικός κορμός από την αριστερά ως τη δεξιά ΣΥΝασπίστηκε και πήρε θέση. Το τελευταίο καταφύγιο των υπερασπιστών της τάξης και της ασφάλειας ενεργοποιήθηκε μήπως και σώσει την κατάσταση. Είμαστε όμως πολλοί στο δρόμο του αγώνα και θα φροντίσουμε να επιβεβαιώσουμε τους χειρότερους φόβους τους. Να γίνουμε ο καλύτερος δυνατός ανταγωνισμός.

Η έννοια του κινήματος συνδέεται με τη διατύπωση αιτημάτων, με ένα δυνητικό θετικό πρόγραμμα που οι εξεγερμένοι θα έπρεπε να υιοθετήσουν, ένα σύνολο θέσεων που θα επέτρεπε την αντιπροσώπευσή τους από τα κόμματα. Αυτή την αγωνία εκφράζει τμήμα της αριστεράς που προσπαθεί να προβάλει την πτώση της κυβέρνησης ως στόχο που συμπυκνώνει τις επιθυμίες των εξεγερμένων και δίνει προοπτική στους αγώνες τους. Έλα όμως που το σύνολο των επιθυμιών και των πρακτικών όσων βρίσκονται στους δρόμους αρνούνται πεισματικά να χωρέσουν στα προκάτ σχήματα της πολιτικής αντιπροσώπευσης, της κοινωνιολογικής διαχείρισης και της μηντιακής μεσολάβησης. Δεν θεωρούμε βέβαια ότι εμείς βρισκόμαστε σε κάποια προνομιακή θέση σ’ αυτή την καταιγίδα. Να βραχούμε από αυτή και να μην ξαναστεγνώσουμε. Αυτό θέλουμε. Να μάθουμε απ’ αυτούς που συναντούμε στους δρόμους, να ζήσουμε με το μόνο τρόπο που αξίζει στις μέρες μας: Ενάντια στην εξουσία. Για να κατανοήσεις, πρέπει να αισθανθείς την ασφυξία από τα δακρυγόνα, να σπάσεις τη μοναξιά της συνήθειας, να μοιραστείς τη χαρά της εξέγερσης, να αφήσεις την οργή να σε πνίξει. Είδαμε μορφές αυτοοργάνωσης να κυριαρχούν στο δρόμο, αντιδομές πληροφόρησης να ξεπηδούν μέσα από τον αγώνα, σύμβολα του κράτους, του κεφαλαίου και του θεάματος να καταστρέφονται. Είδαμε κι άλλα πολλά ακόμη που δεν τα φανταζόμασταν και μας ξεπέρασαν. Ευτυχώς. Τα πράγματα τρέχουν με χιλιαπλάσια ταχύτητα και προς χίλιες διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε τέτοιες στιγμές το κράτος ως μονοπώλιο της βίας και οι θεσμοί της αντιπροσώπευσης ως μοναδικοί διαχειριστές του πεδίου της πολιτικής βρίσκονται σε κρίση. Σε τέτοιες οριακές στιγμές γεννιέται η κοινότητα του αγώνα, πλήρης νοήματος, όχι ως ένα αόριστο σχέδιο για το μέλλον, αλλά ως μια πρακτική του παρόντος. Η πόλη γίνεται ένα πεδίο συνάντησης και πειραματισμού, όπου όλα μοιάζουν δυνατά: Η καταστροφή αυτού του κόσμου και η παραγωγή διαφορετικών αξιών. Η εν σπέρματι δημιουργία μιας νέας τάξης στον αντίποδα της αναπαραγωγής του κυρίαρχου. Το τι θα αφήσει πίσω της αυτή η εξέγερση, το τι νέο θα γεννήσει δεν το ξέρουμε. Οι τρόποι με τους οποίους εκτυλίσσεται ανοίγουν ένα πεδίο ενδεχόμενων που θέλουμε να τα ζήσουμε και όχι να τα προβλέψουμε. Σε πιο δύσκολους καιρούς, κάποιοι σύντροφοι έγραψαν: «Είμαστε εντός του μέλλοντος μας». Τούτες τις μέρες και τις νύχτες είμαστε εντός του παρόντος μας. Και δε θέλουμε να φύγουμε απ’ αυτό.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΟΡΑΤΟΙ ΑΠΟΚΤΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΟ

10

Ήμασταν σκιές. Σκιές μέσα σε αυτό που αποκαλούσατε καθημερινότητα. Αόρατες φιγούρες, αμέτρητες, που κάθε μέρα τις προσπερνούσαν χιλιάδες βλέμματα. Πρόσωπα που κάτι σας θύμιζαν αλλά ποτέ δεν ήσασταν σίγουροι τι.

Το ποτήρι της μπύρας στο μπάρ που ξαναγέμισε

«Έχω κάνει μια παραγγελία εδώ και μισή ώρα αλλά το παιδί δεν έχει έρθει»

Τα ράφια στα σούπερ μάρκετ και τα γυαλισμένα πατώματα

«Πού είναι η κοπελιά να αδειάσει το τασάκι;»

Κάτω από το κράνος, μέσα σε ένα αδιάβροχο, οργώνοντας την πόλη με δύο ρόδες

« Θέση 146, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω παρακαλώ;»

Πίσω από πάγκους, διπλώνοντας ρούχα, ανάμεσα σε διαδρόμους, τακτοποιώντας βιβλία στα ράφια

« Μου φαίνεται λίγο στενό στη μέση»

Μπροστά σε υπολογιστές, απαντώντας τηλέφωνα

Κυκλάκια σε αγγελίες «ζητείται νεαρή, ζητείται άτομο με προϋπηρεσία»

Και άλλοτε στις ουρές του ΟΑΕΔ

«Σφράγισμα επιταγών Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή»

Προγράμματα stage, σεμινάρια, «νέες θέσεις εργασίας»

Πότε εδώ, πότε εκεί. Σε μια διαρκή κίνηση, σε ένα ατελείωτο ψυχοφθόρο stand by. Πουλώντας όλο μας τον εαυτό, όλη μας τη ζωή για να μπορούμε να επιβιώνουμε. Πάντα παρόντες και πάντα αόρατοι, ξένοι μέσα στην ίδια μας την πόλη.

Και ξαφνικά ένας πυροβολισμός…

«Τα έμαθες; Τον δολοφόνησαν οι μπάσταρδοι!»

«Ποιον σκοτώσανε;»

«Το σκοτώσανε ρε το παιδί!»

Δολοφονία. Βία. Σαν κάτι να θυμίζει αυτή η λέξη. Ναι, θυμίζει…

Το πρωινό ξύπνημα για δουλειά. Τα ένσημα που δεν μου κόλλησαν. Το ενοίκιο που πρέπει να πληρώσω στις αρχές του μήνα. Το απότομο φρενάρισμα και το ανατριχιαστικό σύρσιμο στην άσφαλτο. Τα βράδια που μένω μόνη μου. Το τηλεφώνημα του αφεντικού – θέλει να πάω και αύριο στη δουλειά ρε γαμώτο. Τον αγώνα μου να πάρω τα δεδουλευμένα. Τα καρφωμένα βλέμματα των πελατών στο σώμα μου, καθώς εγώ σερβίρω. Την καταμέτρηση των ενσήμων – βγαίνω άραγε ταμείο; Τις εφημερίδες με τις αγγελίες. Το ρολόι στη δουλειά που φαίνεται σταματημένο και το καινούριο αυτοκίνητο του αφεντικού.

Και μέσα σε όλα αυτά ο ήχος του πυροβολισμού. Τον δολοφόνησαν. Όλοι στους δρόμους ρε. Οργή. Οργή για τη δολοφονία, οργή για τον καθημερινό μας θάνατο.

Συναντιόμαστε στους δρόμους. Φωνάζουμε μαζί συνθήματα. Στήνουμε από κοινού οδοφράγματα. Ξηλώνουμε πλακόστρωτα και γεμίζουμε τις τσέπες μας με πέτρες. Κόβεται η ανάσα όλων μας από τα δακρυγόνα αλλά συνεχίζουμε. Συνεχίζουμε, όλοι εμείς που μέχρι χθες μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες, όλοι εμείς που μέχρι χθες ήμασταν αόρατοι. Συνεχίζουμε, γιατί μετά από αυτή τη συνάντηση τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο. Μακριά απ’ όλους αυτούς που προσπάθησαν να μας εκπροσωπήσουν, μακριά από τα κόμματα και τα συνδικάτα που μιλούν μια τόσο ξένη και άγνωστη γλώσσα, μακριά απ’ όλους αυτούς τους αναλυτές των media που αναρωτιούνται από πού εμφανίστηκαν όλοι αυτοί.

Δεν έχουμε αιτήματα. Όχι, δεν έχουμε. Αγωνιζόμαστε για όλους τους λόγους του κόσμου. Διεκδικούμε τη ζωή που μας κλέβουνε καθημερινά. Η βία του μπάτσου που πυροβολεί είναι η συμπύκνωση της βίας που δεχόμαστε κάθε μέρα.

Ενάντια σε αυτή εξεγειρόμαστε.

Δεν είμαστε πια σκιές, αν και σαν τέτοιες ξεκινήσαμε…